Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

devil worship


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο worship παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: devil

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worship [sb]⇒ vtr (God, saints)λατρεύω ρ μ
  (απευθύνομαι στα θεία)προσεύχομαι ρ αμ
 Let us worship God.
 Ας προσευχηθούμε στον Θεό.
worship⇒ vi (go to church)εκκλησιάζομαι ρ αμ
  πηγαίνω στην εκκλησία περίφρ
 That's the church where our family worships.
 Σε αυτόν το ναό εκκλησιάζεται η οικογένειά μας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worship n (prayer)προσευχή ουσ θηλ
 I devote some time to worship each day.
worship n (adoration)λατρεία ουσ θηλ
 They attach great importance to the worship of God.
worship n (devotion)λατρεία ουσ θηλ
 His worship of his father is quite striking.
worship n (ritual)τελετουργικό ουσ ουδ
 I enjoy the traditional worship of the Roman Catholic Church.
worship [sb]⇒ vtr (think highly of)σέβομαι ρ μ
  τρέφω μεγάλο σεβασμό για κπ έκφρ
 She worships her grandmother.
 Σέβεται πολύ τη γιαγιά της.
 Τρέφει μεγάλο σεβασμό για τη γιαγιά της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hero worship n (idolizing [sb]) (μεταφορικά)θεοποίηση ουσ θηλ
  ειδωλοποίηση ουσ θηλ
 Popular music tends to inspire hero worship among teenagers.
hero-worship [sb]⇒ vtr (idolize [sb]) (μεταφορικά)θεοποιώ ρ μ
  ειδωλοποιώ ρ μ
  έχω κπ για είδωλό μου έκφρ
house of worship n (church)εκκλησία ουσ θηλ
 You cannot go into a house of worship dressed like that.
I worship you interj (declaration of strong admiration)σε λατρεύω ρ μ
 I worship you and the ground you walk on!
idol worship n (adoration of images, false gods)ειδωλολατρεία ουσ θηλ
 Monotheistic religions like Islam and Christianity discourage idol worship.
nature worship n (paganism) (θρησκεία)φυσιολατρεία ουσ θηλ
place of worship n (religious house: church, temple)τόπος λατρείας ουσ αρσ
 People should be free to choose their own place of worship.
sun worship n figurative (sunbathing)ηλιοθεραπεία ουσ θηλ
 Excessive sun worship can lead to skin cancers.
sun worship n (pagan: devotion to sun)λατρεία του ήλιου περίφρ
 Sun worship was common among many early religions.
worship at the altar of [sth],
worship at the shrine of [sth]
v expr
figurative (believe in, devote yourself to)αφιερώνω τον εαυτό μου σε κτ έκφρ
  πιστεύω σε κτ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'devil worship' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση devil worship στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «devil worship».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!